ειδυλλιακός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : εἰδυλλιακός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ειδυλλιακός ειδυλλιακή ειδυλλιακό
γενική ειδυλλιακού ειδυλλιακής ειδυλλιακού
αιτιατική ειδυλλιακό ειδυλλιακή ειδυλλιακό
κλητική ειδυλλιακέ ειδυλλιακή ειδυλλιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ειδυλλιακοί ειδυλλιακές ειδυλλιακά
γενική ειδυλλιακών ειδυλλιακών ειδυλλιακών
αιτιατική ειδυλλιακούς ειδυλλιακές ειδυλλιακά
κλητική ειδυλλιακοί ειδυλλιακές ειδυλλιακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ειδυλλιακός < ειδύλλι(ον) < + -ακός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /i.ði.li.aˈkɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /i.ði.li.aˈci/ θηλυκό
ΔΦΑ : /i.ði.li.aˈkɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ειδυλλιακός

  1. ευχάριστος, ιδανικός
  2. (λογοτεχνία) που έχει σχέση με το λογοτεχνικό είδος ειδύλλιο

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]