εμβολιασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμβολιασμός εμβολιασμοί
γενική εμβολιασμού εμβολιασμών
αιτιατική εμβολιασμό εμβολιασμούς
κλητική εμβολιασμέ εμβολιασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

εμβολιασμός < εμβολιάζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

εμβολιασμός αρσενικό

  1. (ιατρική), (φαρμακευτική), (βοτανική): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του εμβολιάζω

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]


32πχ Μεταφράσεις[]