εμποροπλοίαρχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εμποροπλοίαρχος εμποροπλοίαρχοι
γενική εμποροπλοιάρχου εμποροπλοιάρχων
αιτιατική εμποροπλοίαρχο εμποροπλοιάρχους
κλητική εμποροπλοίαρχε εμποροπλοίαρχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εμποροπλοίαρχος < έμπορος + -ο- + πλοίαρχος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εμποροπλοίαρχος αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος) πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού
  2. (παρωχημένο) (ναυτικός όρος) ιδιοκτήτης πλοιάριου και συγχρόνως καπετάνιος του, που εμπορεύεται

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]