ενεργούμενο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ενεργούμενο ενεργούμενα
γενική ενεργουμένου ενεργουμένων
αιτιατική ενεργούμενο ενεργούμενα
κλητική ενεργούμενο ενεργούμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενεργούμενο < αρχαία ελληνική ἐνεργούμενον

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.nɛɾ.ˈɣu.mɛ.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενεργούμενο ουδέτερο

  1. πρόσωπο που δεν ενεργεί με δική του πρωτοβουλία, αλλά ακολουθεί τυφλά τις οδηγίες κάποιου άλλου
    • ενεργούμενο του Διαβόλου: πρόσωπο που κατέχεται από δαιμονικές δυνάμεις

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]