ενεργούμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ενεργούμενος ενεργούμενη ενεργούμενο
γενική ενεργούμενου ενεργούμενης ενεργούμενου
αιτιατική ενεργούμενο ενεργούμενη ενεργούμενο
κλητική ενεργούμενε ενεργούμενη ενεργούμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ενεργούμενοι ενεργούμενες ενεργούμενα
γενική ενεργούμενων ενεργούμενων ενεργούμενων
αιτιατική ενεργούμενους ενεργούμενες ενεργούμενα
κλητική ενεργούμενοι ενεργούμενες ενεργούμενα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ενεργούμενος < αρχαία ελληνική ἐνεργούμενος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.nɛɾ.ˈɣu.mɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ενεργούμενος, -η, -ο

  1. (καθαρεύουσα) που ενεργείται, που γίνεται, που διεξάγεται
    ο υπό των αρμοδίων οργάνων ενεργούμενος έλεγχος
  2. (σπάνιο) ενεργούμενος υπό του Διαβόλου: πρόσωπο που κατέχεται από δαιμονικές δυνάμεις

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]