εξονυχισμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο εξονυχισμός οι εξονυχισμοί
      γενική του εξονυχισμού των εξονυχισμών
    αιτιατική τον εξονυχισμό τους εξονυχισμούς
     κλητική εξονυχισμέ εξονυχισμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εξονυχισμός < (εξονυχίζω) εξονυχισ- + -μός. Πρόθημα εξ-. Δείτε και αρχαία ελληνική ὄνυξ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /e.kso.ni.çiˈzmos/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εξονυχισμός αρσενικό

  1. άλλη μορφή του εξονύχιση
  2. (ειδικότερα) κόψιμο των νυχιών των οπλών των αλόγων για την καλή εφαρμογή πέταλου [1]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964). Μέγα λεξικόν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Αθήνα: Ελληνική Παιδεία.