επισωρευτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική επισωρευτικός επισωρευτική επισωρευτικό
γενική επισωρευτικού επισωρευτικής επισωρευτικού
αιτιατική επισωρευτικό επισωρευτική επισωρευτικό
κλητική επισωρευτικέ επισωρευτική επισωρευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική επισωρευτικοί επισωρευτικές επισωρευτικά
γενική επισωρευτικών επισωρευτικών επισωρευτικών
αιτιατική επισωρευτικούς επισωρευτικές επισωρευτικά
κλητική επισωρευτικοί επισωρευτικές επισωρευτικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επισωρευτικός < επισωρεύω + -τικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

επισωρευτικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]