εργονομία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εργονομία οι εργονομίες
      γενική της εργονομίας των εργονομιών
    αιτιατική την εργονομία τις εργονομίες
     κλητική εργονομία εργονομίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

εργονομία < αγγλική ergonomics ή γαλλική ergonomie (ελληνογενείς λέξεις) < ergo- (<εργο-) + -nomics/-nomie (<-νομία)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εργονομία θηλυκό

  1. η επιστήμη που ασχολείται με τις επιδράσεις του εργασιακού (ή άλλου) περιβάλλοντος στους ανθρώπους καθώς και τις μεθόδους βελτίωσης αυτών των συνθηκών
  2. σχεδίαση ενός αντικειμένου ή του περιβάλλοντος χώρου με τρόπο που να εξυπηρετεί καλύτερα τον άνθρωπο
    Τα ρομποτικά συστήματα που παρουσιάστηκαν τελευταία μπορεί να υπερνικήσουν τις παραπάνω δυσκολίες, καθώς παρέχουν καλύτερη όραση τριών διαστάσεων, αυξημένους βαθμούς ελευθερίας, καλύτερη εργονομία και δυνατότητα για κινήσεις των εργαλείων σε κλίμακα πάνω και κάτω, διευκολύνουν το συντονισμό ματιού-χεριού και έχουν μειωμένες καμπύλες εκμάθησης σε σύγκριση με τις παλαιότερες ενδοσκοπικές τεχνικές. (εφημερίδα Real, 25/2/2013)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]