εφοδιάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφοδιάζω < αρχαία ελληνική ἐφοδιάζω < ἐφόδιον < ἐπί + ὁδός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ε.fɔ.ði.ˈa.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

εφοδιάζω (παθητική φωνή: εφοδιάζομαι)

  1. δίνω σε κάποιον τα απαραίτητα εφόδια (υλικά, ηθικά ή πνευματικά)
  2. δίνω σε κάποιον κάποιο απαραίτητο έγγραφο
  3. εξοπλίζω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]