εἰσαγγελία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: εισαγγελία

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική εἰσαγγελία εἰσαγγελία εἰσαγγελίαι
Γενική εἰσαγγελίας εἰσαγγελίαιν εἰσαγγελιῶν
Δοτική εἰσαγγελί εἰσαγγελίαιν εἰσαγγελίαις
Αιτιατική εἰσαγγελίαν εἰσαγγελία εἰσαγγελίας
Κλητική εἰσαγγελία εἰσαγγελία εἰσαγγελίαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εἰσαγγελία < εἰσαγγέλλω < εἰς + ἀγγέλλω < ἄγγελος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εἰσαγγελία θηλυκό

  1. μήνυμα, πληροφορία
  2. (νομικός όρος) κατηγορία, καταγγελία
  3. (νομικός όρος) δίκη ενώπιον του επώνυμου άρχοντα