ζυμώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

κάποιος που ζυμώνει με τα χέρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ζυμώνω < ζυμόω-ῶ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ζυμώνω, παρατ.: ζύμωνα, στιγμ. μέλλ.: θα ζυμώσω, αόρ.: ζύμωσα , παθ.φωνή: ζυμώνομαι , μτχ.π.π.: ζυμωμένος

  1. με τα χέρια μου ή με ειδικό μηχάνημα πιέζω και μαλάσσω μια μάζα από ζύμη ώστε να γίνει ένα ομογενές σώμα και να είναι έτοιμη για να πλάσω από αυτήν ψωμί, γλυκίσματα κλπ
  2. πιέζω με τα χέρια μου μια μάζα από διαφορετικά υλικά ώστε να σχηματιστεί ενα ομογενές κατά το δυνατόν μείγμα

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]