θίς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

θίς < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θίς αρσενικό ή θηλυκό

  1. σωρός
  2. σωρός άμμου, αμμώδης ακτή
    παρὰ θῖν’ ἁλὸς ἀτρυγέτοιο (Ιλιάδα, Α. 327)