θής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση
Ενικός
Δυϊκός
Πληθυντικός
Ονομαστική θής θῆτε θῆτες
Γενική θητός θητοῖν θητῶν
Δοτική θητί θητοῖν θησί(ν)
Αιτιατική θῆτ θῆτε θῆτᾰς
Κλητική θής θῆτε θῆτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θής < αγνώστου ετύμου. Κατά το ετυμολογικό λεξικό του Hoffmann η λέξη είναι πιθανώς προελληνική, ενώ ο Μπαμπινιώτης εικάζει ότι είναι δάνειο σημιτικής προέλευσης.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θής αρσενικό (θηλυκό: θῆσσα / θῆττα)

  1. (ιστορία) θήτης
  2. δούλος, υποτακτικός