θρόισμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θρόισμα θροΐσματα
γενική θροΐσματος θροϊσμάτων
αιτιατική θρόισμα θροΐσματα
κλητική θρόισμα θροΐσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θρόισμα < θροΐζω + -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θρόισμα ουδέτερο

  1. ο ήχος που ακούγεται όταν σαλεύουν τα φύλλα των δέντρων από ελαφρύ άνεμο
  2. η ίδια η κίνηση αλλά και η τριβή ομοειδών, πολύ κοντινών αντικειμένων, μεταξύ τους

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]