θρόισμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το θρόισμα τα θροίσματα
      γενική του θροίσματος των θροισμάτων
    αιτιατική το θρόισμα τα θροίσματα
     κλητική θρόισμα θροίσματα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

θρόισμα < θροΐζω + -μα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈθɾɔ.iz.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

θρόισμα ουδέτερο

  1. ο ήχος που ακούγεται όταν σαλεύουν τα φύλλα των δέντρων από ελαφρύ άνεμο
  2. η ίδια η κίνηση αλλά και η τριβή ομοειδών, πολύ κοντινών αντικειμένων, μεταξύ τους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]