ιατρεμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ιατρεμένος ιατρεμένη ιατρεμένο
γενική ιατρεμένου ιατρεμένης ιατρεμένου
αιτιατική ιατρεμένο ιατρεμένη ιατρεμένο
κλητική ιατρεμένε ιατρεμένη ιατρεμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιατρεμένοι ιατρεμένες ιατρεμένα
γενική ιατρεμένων ιατρεμένων ιατρεμένων
αιτιατική ιατρεμένους ιατρεμένες ιατρεμένα
κλητική ιατρεμένοι ιατρεμένες ιατρεμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιατρεμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ιατρεύω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ιατρεμένος, -η, -ο