ιμπεριαλιστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ιμπεριαλιστικός ιμπεριαλιστική ιμπεριαλιστικό
γενική ιμπεριαλιστικού ιμπεριαλιστικής ιμπεριαλιστικού
αιτιατική ιμπεριαλιστικό ιμπεριαλιστική ιμπεριαλιστικό
κλητική ιμπεριαλιστικέ ιμπεριαλιστική ιμπεριαλιστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ιμπεριαλιστικοί ιμπεριαλιστικές ιμπεριαλιστικά
γενική ιμπεριαλιστικών ιμπεριαλιστικών ιμπεριαλιστικών
αιτιατική ιμπεριαλιστικούς ιμπεριαλιστικές ιμπεριαλιστικά
κλητική ιμπεριαλιστικοί ιμπεριαλιστικές ιμπεριαλιστικά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ιμπεριαλιστικός < ιμπεριαλισμός < γαλλική impérialisme (γαλλικός νεολογισμός που πρωτοεμφανίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα) < λατινική imperialis < imperium

Επίθετο[επεξεργασία]

ιμπεριαλιστικός

  1. σχετικός με κατακτητική και επεκτατική πολιτική ενός κράτους
  2. σχετικός με τον ιμπεριαλισμό κατά την λενινιστική ανάλυση
ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος αποτελεί αντικειμενικό γεγονός στον καπιταλισμό ...[1]

Αναφορές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]