κάρυο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάρυο κάρυα
γενική καρύου καρύων
αιτιατική κάρυο κάρυα
κλητική κάρυο κάρυα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κάρυο < -καρ (ιαπετική ρίζα) για το σκληρό

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κάρυο και κάρυον

  1. (παρωχημένο) το καρύδι, ο καρπός της καρυδιάς. Ακόμα παλιότερα το κάρυο ήταν γενικά ο καρπός με σκληρό περίβλημα και σε ορισμένες περιοχές έλεγαν ποντιακά κάρυα τα πικραμύγδαλα, Ηρακλεώτικα κάρυα τα φουντούκια κ.λπ. Παντού έλεγαν ινδικά κάρυα τις καρύδες
    • το κουκούτσι, ο πυρήνας
  2. (ανατομία) ο πυρήνας του κυττάρου

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]