καβούκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καβούκι καβούκια
γενική καβουκιού καβουκιών
αιτιατική καβούκι καβούκια
κλητική καβούκι καβούκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. καβούκι < τουρκική kabuk (φλούδα) +
  2. καβούκι < τουρκική kavuk (σαρίκι) + [1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

καβούκι ουδέτερο

  • το σκληρό οστεοειδές περίβλημα διάφορων ασπόνδυλων ζώων

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κλείνομαι στο καβούκι μου: απομονώνομαι, κλείνομαι στον εαυτό μου και παύω να επικοινωνώ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

καβούκι ουδέτερο

  • κάλυμμα της κεφαλής που φοριέται κυρίως από μουσουλμάνους και αποτελείται από μακρύ ύφασμα που τυλίγεται γύρω από το κεφάλι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ.