καθοσιωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καθοσιωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου καθοσιώνω
Μετοχή
[επεξεργασία]καθοσιωμένος, -η, -ο
- που έχει καθοσιωθεί
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καθοσιωμένος
|
|