καλοφαγωμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]καλοφαγωμένος, -η, -ο
- μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος καλοτρώγω, καλοτρώω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καλοφαγωμένος
|
|
καλοφαγωμένος, -η, -ο
|
|