καμαριέρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καμαριέρης καμαριέρηδες
γενική καμαριέρη καμαριέρηδων
αιτιατική καμαριέρη καμαριέρηδες
κλητική καμαριέρη καμαριέρηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καμαριέρης < camariere < λατινική camara < αρχαία ελληνική καμάρα (αντιδάνειο) (ίσως < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kam-: κυρτός, καμπύλος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καμαριέρης αρσενικό (θηλυκό: καμαριέρα)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]