κασετόφωνο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κασετόφωνο ουδέτερο
- ηλεκτρονική συσκευή αναπαραγωγής ήχου που έχει έγγραφεί σε κασέτα (ταινίας)
- ※ […] ενώ λυσσάγανε τέσσερα διαόλια μες στα πόδια του και εκατό Αμερικάνοι της Βάσης ένα γύρω χαλούσαν τον κόσμο με τα κασετόφωνα και τις ρακέτες, αυτός σαν αποξεχασμένος και ξεμοναχιασμένος με τα Γκωλουάζ του και την απαίσια μυρωδιά τους που στενοχωρούσε τα κρινάκια.
- Ιωάννα Καρυστιάνη, Το φαράγγι, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2015, ISBN 9789600359398, @google.gr/books
- ※ […] ενώ λυσσάγανε τέσσερα διαόλια μες στα πόδια του και εκατό Αμερικάνοι της Βάσης ένα γύρω χαλούσαν τον κόσμο με τα κασετόφωνα και τις ρακέτες, αυτός σαν αποξεχασμένος και ξεμοναχιασμένος με τα Γκωλουάζ του και την απαίσια μυρωδιά τους που στενοχωρούσε τα κρινάκια.
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- κασετοφωνάκι
- ραδιοκασετόφωνο
- → δείτε τις λέξεις κασέτα και φωνή