κασκαβάλι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κασκαβάλι κασκαβάλια
γενική κασκαβαλιού κασκαβαλιών
αιτιατική κασκαβάλι κασκαβάλια
κλητική κασκαβάλι κασκαβάλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κασκαβάλι < τουρκική kaşkaval < οθωμανικά τουρκικά قاشقوال < ιταλική caciocavallo < cacio (τυρί) + cavallo (άλογο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κασκαβάλι ουδέτερο

  1. (γαστρονομία) είδος κίτρινου τυριού, είδος κασεριού
  2. (ναυτικός όρος) εφηλίδα
  3. (ναυτικός όρος) σχαστήριο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]