κασκαβάλι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κασκαβάλι τα κασκαβάλια
      γενική του κασκαβαλιού των κασκαβαλιών
    αιτιατική το κασκαβάλι τα κασκαβάλια
     κλητική κασκαβάλι κασκαβάλια
όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Τυρί κασκαβάλι κρεμασμένο προς ωρίμανση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κασκαβάλι < τουρκική kaşkaval < οθωμανική τουρκική قاشقوال < ιταλική caciocavallo < cacio (τυρί) + cavallo (άλογο)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.skaˈva.li/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κασκαβάλι ουδέτερο

  1. (γαστρονομία) είδος κίτρινου τυριού, είδος κασεριού
  2. (ναυτικός όρος) εφηλίδα
  3. (ναυτικός όρος) σχαστήριο

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]