Μετάβαση στο περιεχόμενο

εφηλίδα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εφηλίδα οι εφηλίδες
      γενική της εφηλίδας των εφηλίδων
    αιτιατική την εφηλίδα τις εφηλίδες
     κλητική εφηλίδα εφηλίδες
Κατηγορία όπως «ελπίδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εφηλίδα < καθαρεύουσα ἐφηλίς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐφηλίςἔφηλις) από την αιτιατική «τὴν ἐφηλίδα» < ἐφ- (ἐπί) + ἧλος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εφηλίδα θηλυκό

  1. (ιατρική) φακίδα
      Οι λέξεις! Από τη στιγμή που έμαθα ανάγνωση και γραφή, μʼ αυτές έχτισα το οχυρό μου, και εξορίζω τους φόβους μου έξω από τις πύλες του. Με τις λέξεις πλοηγό, επανασυνδέω τη μνήμη με το παρελθόν και παρηγορώ τον εαυτό μου για το χρόνο που διαβαίνει ανεπιστρεπτί, αφήνοντας τα σημάδια του σαν καφετιές εφηλίδες πάνω στο λευκό μου δέρμα.
    Ελένη Πριοβόλου, ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ, 3ο βιβλίο, Το τέλος του γαλάζιου ρόδου, [μυθιστόρημα], εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2014, ISBN 9789600357288 @google.gr/books
      [] Επίσης ο ίδιος, σε πραγματείες που συνέγραψε σχετικά με την μελαψότητα του προσώπου, τις εφηλίδες και τις φακίδες, περιγράφει την χρησιμοποίηση διαφόρων μιγμάτων για την θεραπευτική αντιμετώπιση της κηλίδωσης του δέρματος.
    Αναστάσιος Μυλωνάς, Η Στοματική και Γναθοπροσωπική Χειρουργική στο Βυζάντιο, από τον γνόφο και την υπέρβαση της πίστης στην επιστήμη και την τέχνη της χειρουργίας, διδακτορική διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ), Σχολή Επιστημών Υγείας, Τμήμα Ιατρικής, Τομέας Κοινωνικής Ιατρικής - Ψυχιατρικής και Νευρολογίας, Εργαστήριο Ιστορίας της Ιατρικής, Αθήνα 2011, σελ. 32 @freader.ekt.gr
    ΣτΕ: Ο συγγραφέας αναφέρεται στο βυζαντινό ιατρό Παύλο τον Αιγινήτη.
  2. (για καρφί)
    1. (αρχαιολογία) το πεπλατυσμένο τμήμα που καλύπτει την κεφαλή καρφιού
    2. (γλυπτική, αρχαιολογία) κατασκευή (πρόσθετο στοιχείο, σκάλισμα κ.λπ.) που το μιμείται (για διακοσμητικούς λόγους)
        Με την αφαίρεση των χωμάτων, χτες, αποκαλύφθηκαν τμήματα από μαρμάρινη θύρα, της τυπικής μορφής των μακεδονικών τάφων: Δηλαδή, έχουμε θύρα με εφηλίδες, οι οποίες μιμούνται την κεφαλή καρφιών, όπως είθισται στις ξύλινες πόρτες. (* εφημερίδα Το Βήμα)
    3. (ναυτικός όρος) μικρή μεταλλική περόνη
       συνώνυμα: κασκαβάλι

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη ήλος

Διαλεκτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]