εφηλίδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική εφηλίδα εφηλίδες
γενική εφηλίδας εφηλίδων
αιτιατική εφηλίδα εφηλίδες
κλητική εφηλίδα εφηλίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εφηλίδα < καθαρεύουσα εφηλίς < αρχαία ελληνική ἐφηλίς < ἐπί + ἧλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

εφηλίδα θηλυκό

  1. φακίδα
  2. το πεπλατυσμένο τμήμα που καλύπτει την κεφαλή καρφιού ή κατασκευή (πρόσθετο στοιχείο, σκάλισμα κ.λπ.) που το μιμείται (για διακοσμητικούς λόγους)
    Με την αφαίρεση των χωμάτων, χτες, αποκαλύφθηκαν τμήματα από μαρμάρινη θύρα, της τυπικής μορφής των μακεδονικών τάφων: Δηλαδή, έχουμε θύρα με εφηλίδες, οι οποίες μιμούνται την κεφαλή καρφιών, όπως είθισται στις ξύλινες πόρτες. (*)
  3. (ναυτικός όρος) μικρή μεταλλική περόνη
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κασκαβάλι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]