καστανέρυθρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

καστανέρυθρος < καστανός + ερυθρός

Επίθετο[επεξεργασία]

καστανέρυθρος, -η, -ο

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Μεταφράσεις[επεξεργασία]