καστανός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | καστανός | η | καστανή | το | καστανό |
| γενική | του | καστανού | της | καστανής | του | καστανού |
| αιτιατική | τον | καστανό | την | καστανή | το | καστανό |
| κλητική | καστανέ | καστανή | καστανό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | καστανοί | οι | καστανές | τα | καστανά |
| γενική | των | καστανών | των | καστανών | των | καστανών |
| αιτιατική | τους | καστανούς | τις | καστανές | τα | καστανά |
| κλητική | καστανοί | καστανές | καστανά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καστανός < μεσαιωνική ελληνική καστανός < ελληνιστική κοινή κάστανον
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ka.staˈnos/
Επίθετο
[επεξεργασία]καστανός, -ή, -ό
- που έχει το χρώμα του κάστανου
- ※ Λοιπόν, τον λένε Αλέξανδρο, είναι λίγο πιο ψηλός από τον Ορέστη, αδύνατος, από κορμί καλός, δεν τον έχω δει ακόμα τόπλες για να σου πω λεπτομέρειες, καστανά μαλλιά, καστανά μάτια. Κάθεται μαζί με τον δικό σου, άρα θα είναι φύτουλας και ο ίδιος. (Ευαγγελία Θεοδωρίδου, Η...λιάδα μιας έφηβης, εκδ. Πατάκης, 2023)
- καστανομάλλης
- (ουσιαστικοποιημένο) καστανό: το σχετικό χρώμα
Συγγενικά
[επεξεργασία]- βαθυκάστανος
- → δείτε τη λέξη κάστανο
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)