καταχωρητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταχωρητής καταχωρητές
γενική καταχωρητή καταχωρητών
αιτιατική καταχωρητή καταχωρητές
κλητική καταχωρητή καταχωρητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταχωρητής < καταχωρώ + -τής (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική register)
Διάγραμμα μίας απλής υποθετικής κεντρικής μονάδας επεξεργασίας (CPU)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταχωρητής αρσενικό

  1. αυτός που καταχωρεί
  2. (πληροφορική)(υλικό) τύπος πολύ μικρής και πολύ γρήγορης μνήμης τμήμα της κεντρικής μονάδας επεξεργασίας (CPU), όπου για παράδειγμα αποθηκεύονται οι τελεστέοι και τα αποτελέσματα των πράξεων που εκτελούνται από την αριθμητική λογική μονάδα ή οι διευθύνσεις εντολών και δεδομένων που βρίσκονται κεντρική μνήμη για επεξεργασία
    Ειδικοί καταχωρητές είναι: ο δείκτης στοίβας, καταχωρητής εντολών, μετρητής προγράμματος







Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]