κατενθουσιασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κατενθουσιασμένος κατενθουσιασμένη κατενθουσιασμένο
γενική κατενθουσιασμένου κατενθουσιασμένης κατενθουσιασμένου
αιτιατική κατενθουσιασμένο κατενθουσιασμένη κατενθουσιασμένο
κλητική κατενθουσιασμένε κατενθουσιασμένη κατενθουσιασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κατενθουσιασμένοι κατενθουσιασμένες κατενθουσιασμένα
γενική κατενθουσιασμένων κατενθουσιασμένων κατενθουσιασμένων
αιτιατική κατενθουσιασμένους κατενθουσιασμένες κατενθουσιασμένα
κλητική κατενθουσιασμένοι κατενθουσιασμένες κατενθουσιασμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

κατενθουσιασμένος, -η, -ο





Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]