κλωσημένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]κλωσημένος, -η, -ο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη κλωσώ
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κλωσημένος
|
|