κοντυλογραμμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κοντυλογραμμένος κοντυλογραμμένα κοντυλογραμμένο
γενική κοντυλογραμμένου κοντυλογραμμένας κοντυλογραμμένου
αιτιατική κοντυλογραμμένο κοντυλογραμμένα κοντυλογραμμένο
κλητική κοντυλογραμμένε κοντυλογραμμένα κοντυλογραμμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κοντυλογραμμένοι κοντυλογραμμένες κοντυλογραμμένα
γενική κοντυλογραμμένων κοντυλογραμμένων κοντυλογραμμένων
αιτιατική κοντυλογραμμένους κοντυλογραμμένες κοντυλογραμμένα
κλητική κοντυλογραμμένοι κοντυλογραμμένες κοντυλογραμμένα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοντυλογραμμένος < κοντύλ(ι) + -ο- + γραμμένος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kon.di.lɔ.ɣɾa.ˈmε.nɔs/

Μετοχή[επεξεργασία]

κοντυλογραμμένος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]