κοντύλι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : κονδύλι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοντύλι κοντύλια
γενική κοντυλιού κοντυλιών
αιτιατική κοντύλι κοντύλια
κλητική κοντύλι κοντύλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοντύλι < μεσαιωνική ελληνική κοντύλι(ν) < ελληνιστική κοινή κονδύλιον < αρχαία ελληνική κόνδυλος < κονδός < κοντός < κεντέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱent-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kon.ˈdi.li/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοντύλι ουδέτερο

  1. καλαμένιο όργανο γραφής, με το οποία παλαιότερα έγραφαν πάνω στην πλάκα οι μικροί μαθητές. Ως γραφίδα χρησιμοποιούσαν ένα κομμάτι καλάμι κομμένο από έναν κόνδυλο (δηλ. κόμπο) σε άλλο.
  2. άλλη μορφή του κονδύλι: δαπάνη ή έξοδο που αναγράφεται σε προϋπολογισμό ή άλλο λογαριασμό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]