κοσμοθεωρία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κοσμοθεωρία οι κοσμοθεωρίες
      γενική της κοσμοθεωρίας των κοσμοθεωριών
    αιτιατική την κοσμοθεωρία τις κοσμοθεωρίες
     κλητική κοσμοθεωρία κοσμοθεωρίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κοσμοθεωρία < κόσμος + θεωρία < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική Weltanschauung

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κοσμοθεωρία θηλυκό

  • η συνολική άποψη ενός ανθρώπου ή πολλών για την ζωή, η θεωρία που κουβαλά ο άνθρωπος ή οι άνθρωποι για τον κόσμο
    μπροστὰ στὴ ράχη τῆς Σέριφος, ὃταν ἀνεβαίνει ὁ ἣλιος, τὰ πυροβόλα ὃλων τῶν μεγάλων κοσμοθεωριῶν παθαίνουν ἀφλογιστία - Οδυσσέας Ελύτης, Εν Λευκώ

Μεταφράσεις[επεξεργασία]