κουρούπι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουρούπι κουρούπια
γενική κουρουπιού κουρουπιών
αιτιατική κουρούπι κουρούπια
κλητική κουρούπι κουρούπια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουρούπι < μεσαιωνική ελληνική *κορύπη < αρχαία ελληνική κόρυμβος < κόρυς
(Έχει προταθεί και η ετυμολόγηση από το (συριακό-αραμαϊκό) geroba)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουρούπι ουδέτερο (& (ιδιωματικό) κρούπι)

  1. πήλινο αγγείο
  2. σπασμένο αγγείο
    οι κότες πίνουν νερό από το κουρούπι
  3. (σκωπτικά) αλλά (παρωχημένο) το κεφάλι, η κεφάλα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Το κακό κουρούπι δεν τσακίζεται (δύσκολα αποβάλλεται το κακό)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]