Μετάβαση στο περιεχόμενο

κουτσουμπλός

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κουτσουμπλός η κουτσουμπλή το κουτσουμπλό
      γενική του κουτσουμπλού της κουτσουμπλής του κουτσουμπλού
    αιτιατική τον κουτσουμπλό την κουτσουμπλή το κουτσουμπλό
     κλητική κουτσουμπλέ κουτσουμπλή κουτσουμπλό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κουτσουμπλοί οι κουτσουμπλές τα κουτσουμπλά
      γενική των κουτσουμπλών των κουτσουμπλών των κουτσουμπλών
    αιτιατική τους κουτσουμπλούς τις κουτσουμπλές τα κουτσουμπλά
     κλητική κουτσουμπλοί κουτσουμπλές κουτσουμπλά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κουτσουμπλός < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ku.t͡sumˈblos/ και /ku.t͡suˈblos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κουτσουμπλός

Επίθετο

[επεξεργασία]

κουτσουμπλός, -ή, -ό