κοφινιασμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κοφινιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου κοφινιάζω
Μετοχή
[επεξεργασία]κοφινιασμένος, -η, -ο
- που έχει κοφινιαστεί
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κοφινιασμένος
|
|