κυφός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | κυφός | η | κυφή | το | κυφό |
| γενική | του | κυφού | της | κυφής | του | κυφού |
| αιτιατική | τον | κυφό | την | κυφή | το | κυφό |
| κλητική | κυφέ | κυφή | κυφό | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | κυφοί | οι | κυφές | τα | κυφά |
| γενική | των | κυφών | των | κυφών | των | κυφών |
| αιτιατική | τους | κυφούς | τις | κυφές | τα | κυφά |
| κλητική | κυφοί | κυφές | κυφά | |||
| Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κυφός < αρχαία ελληνική κυφός < κύπτω
Επίθετο
[επεξεργασία]κυφός, -η, -ο
- που πάσχει από κύφωση
- ※ Ἄλλ' ἴσως ὁ υἱός τοῦ πασᾶ ἔχει κἄνέν ἔργον ὀλιγώτερον ἐπίπονον. Μήπως εἶναι ράπτης; Ὄχι. - Πραγματευτής; - Ὄχι. - Καλαθοποιός; Ὄχι. Εἶναι λοίπὸν κουρεύς; Ὄχι ἀνέκραξεν ὁ κυφός πορφυροῦς ἐξ οργῆς. Ὄχι, σὲ λέγω. Τελείωσε πλέον τοὺς ἀνοήτους ἀστεϊσμούς σου, διότι ἀλλέως θὰ σὲ σπάσω εἰς τὸ ξύλον. (Εστία, τόμος 1-2, 1876, σελ. 297)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κυφός
|