κόλιαντρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόλιαντρος κόλιαντροι
γενική κόλιαντρου κόλιαντρων
αιτιατική κόλιαντρο κόλιαντρους
κλητική κόλιαντρε κόλιαντροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κόλιαντρος < μεσαιωνική ελληνική κολίαντρον / κορίανδρον / κολίανδρον / κoλιάντρο / κολίαντρο < ελληνιστική κοινή κολίανδρον < κορίανδρον < κόριον, υποκοριστικό του κόρις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κόλιαντρος αρσενικό

  1. φυτό της οικογένειας των Σελινοειδών (Coriandrum sativum)
  2. μπαχαρικό κυρίως από τους σπόρους του φυτού

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]