λέζα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | λέζα | οι | λέζες |
| γενική | της | λέζας | — | |
| αιτιατική | τη | λέζα | τις | λέζες |
| κλητική | λέζα | λέζες | ||
| Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- λέζα < πιθανώς (άμεσο δάνειο) βενετική leza [1] • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λέζα θηλυκό
- (ανεπίσημο) ευθύνη, στην έκφραση «πληρώνω τη λέζα»: αναλαμβάνω την ευθύνη
- ※ Εγώ πλήρωσα τη λέζα». «Περίεργη γλώσσα χρησιμοποιείς. Τι είναι αυτή η λέζα;» «Πα να πει να πληρώσω εγώ το μάρμαρο, να φορτωθώ εγώ την ευθύνη που δεν μου ανήκε, να γίνω δηλαδή εγώ το εξιλαστήριο θύμα που λέμε»
- Δημήτρης Βασιλειάδης, Έγκλημα στο ΚΕΛΥΦΩΣ (Αστυνομικό μυθιστόρημα), σελ. 19
- ※ Αναδιάρθρωση: Απούσα η ΕΠΟ, «για να φάει όλη τη λέζα ο Αυγενάκης»
- ≈ συνώνυμα: πληρώνω τα σπασμένα, πληρώνω το μάρμαρο
- ※ Εγώ πλήρωσα τη λέζα». «Περίεργη γλώσσα χρησιμοποιείς. Τι είναι αυτή η λέζα;» «Πα να πει να πληρώσω εγώ το μάρμαρο, να φορτωθώ εγώ την ευθύνη που δεν μου ανήκε, να γίνω δηλαδή εγώ το εξιλαστήριο θύμα που λέμε»
- (ανεπίσημο) στενοχώρια
- (ύφασμα) είδος υφάσματος - δαντέλα
- όρος στο χαρτοπαίγνιο πικέτο, που αναφέρεται όταν ένας παίκτης έχει μαζέψει τα περισσότερα χαρτιά
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] λέζα
|
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- λέζα < περικοπή του λεζάντα [2]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]λέζα θηλυκό
Αναφορές
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα βενετικά (νέα ελληνικά)
- Επέκταση ετυμολογίας (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ανεπίσημοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Υφάσματα (νέα ελληνικά)
- Περικοπές (νέα ελληνικά)
- Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)