λοβίο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: λόβιο

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

λοβίο < ο μικρός λοβός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

λοβίο ουδέτερο

  1. το κάτω άκρο του έξω μέρους του αυτιού
  2. προεξέχοντα τμήματα οργάνων του ανθρώπινου σώματος με αυλακώσεις.
λοβίο του στήθους
λοβίο του ήπατος
λοβίο του πνεύμονα
λοβίο του εγκεφάλου
  1. καρπός φυτού με περικάρπιο με σκληρό υμένα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]