μαγιοβότανο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαγιοβότανο μαγιοβότανα
γενική μαγιοβοτάνου
& μαγιοβότανου
μαγιοβοτάνων
& μαγιοβότανων
αιτιατική μαγιοβότανο μαγιοβότανα
κλητική μαγιοβότανο μαγιοβότανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαγιοβότανο < μάγια + -ο- + βότανο (με επίδραση και της λέξης Μάιος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαγιοβότανο ουδέτερο

  1. (λαϊκότροπο) (παρωχημένο) βοτάνι με μαγικές ιδιότητες, ιδίως στον ερωτικό τομέα
    Σέρνουν ψωμί για τα σκυλιά, να τρων, να μη γαβγίζουν, / σέρνουν το μαγιοβότανο, μαγεύουν τα κορίτσια. (Από ηπειρώτικο δημοτικό τραγούδι)
  2. (λαϊκότροπο) (παρωχημένο) βοτάνι με μαγικές ιδιότητες, ως αποτροπαϊκό του θανάτου και δωρητής της αθανασίας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αντίψυχο, ψυχοβότανο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]