βότανο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βότανο βότανα
γενική βοτάνου
& βότανου
βοτάνων
& βότανων
αιτιατική βότανο βότανα
κλητική βότανο βότανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βότανο < μεσαιωνική ελληνική βότανον < αρχαία ελληνική βοτάνη

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βότανο ουδέτερο

  1. ποώδες φυτό
  2. (ειδικότερα) φυτό με φαρμακευτικές ιδιότητες
  3. (κατ’ επέκταση) τμήμα φυτού με φαρμακευτικές ιδιότητες, συνήθως αποξηραμένο, αλλά και το υγρό παρασκεύασμα που φτιάχνεται από αυτό (αφέψημα, εκχύλισμα κλπ.)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα μαντζούνι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]