βότανο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βότανο τα βότανα
      γενική του βότανου
βοτάνου
των βότανων
βοτάνων
    αιτιατική το βότανο τα βότανα
     κλητική βότανο βότανα
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βότανο < μεσαιωνική ελληνική βότανον < αρχαία ελληνική βοτάνη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βότανο ουδέτερο

  1. ποώδες φυτό
  2. (ειδικότερα) φυτό με φαρμακευτικές ιδιότητες
  3. (κατʼ επέκταση) τμήμα φυτού με φαρμακευτικές ιδιότητες, συνήθως αποξηραμένο, αλλά και το υγρό παρασκεύασμα που φτιάχνεται από αυτό (αφέψημα, εκχύλισμα κλπ.)
     συνώνυμα: μαντζούνι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]