Μετάβαση στο περιεχόμενο

μακαρίτης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μακαρίτης οι μακαρίτες
& μακαρίτηδες
      γενική του μακαρίτη των μακαριτών
& μακαρίτηδων
    αιτιατική τον μακαρίτη τους μακαρίτες
& μακαρίτηδες
     κλητική μακαρίτη μακαρίτες
& μακαρίτηδες
Κατηγορία όπως «λαχειοπώλης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μακαρίτης < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική μακαρίτης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μακαρίτης αρσενικό (θηλυκό: μακαρίτισσα)

  • ο πεθαμένος· χαρακτηρισμός, αναφορά σε άνθρωπο που έχει αποβιώσει (λέγεται συνήθως με συμπάθεια ή ευχετικά)
    παράδειγμα  Να σ' άκουγε τώρα ο μακαρίτης ο πατέρας σου, θα έσκαγε από το θυμό του!
      Επειδή ο μακαρίτης ήταν αρκετά τσιγκούνης, δεν υπήρξαν ούτε γόοι ούτε κοπετοί. Μόνο ρυθμικοί λυγμοί ανά διαστήματα. Η Φιλίντα, κάτω από την πλερέζα, κοίταζε σαν χαμένη τριγύρω. (Χρήστος Ναούμ, Γυμνός σε κοινή θέα, εκδ. Καστανιώτη, 2016)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

ουσιστικοποιημένα:

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • στις εννιά του μακαρίτη (άλλος μπήκε/μπαίνει μες' στο σπίτι)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]