μακαρίτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακαρίτης < από το ουδέτερο μακαρίτικο < αρχαία ελληνική μάκαρ

Επίθετο[επεξεργασία]

μακαρίτης αρσενικό, μακαρίτισσα θηλυκό (πληθυντικός μακαρίτες αρσενικό, μακαρίτισσες θηλυκό).

  1. χαρακτηρισμός για αποβιώσαντες
    Να σ' άκουγε τώρα ο μακαρίτης ο πατέρας σου, θα έσκαγε από το θυμό του!

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • στις εννιά του μακαρίτη (άλλος μπήκε/μπαίνει μες' στο σπίτι)

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]