πεθαμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πεθαμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος πεθαίνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πεθαμένος, -η, -ο

  1. που έχει πεθάνει, που είναι νεκρός
  2. (μεταφορικά) υπερβολικά κουρασμένος
  3. (μεταφορικά) εξουθενωμένος

Αντώνυμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]