ψόφιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ψόφιος ψόφια ψόφιο
γενική ψόφιου ψόφιας ψόφιου
αιτιατική ψόφιο ψόφια ψόφιο
κλητική ψόφιε ψόφια ψόφιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ψόφιοι ψόφιες ψόφια
γενική ψόφιων ψόφιων ψόφιων
αιτιατική ψόφιους ψόφιες ψόφια
κλητική ψόφιοι ψόφιες ψόφια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψόφιος < ψοφώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpsɔ.fçɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ψόφιος -ια -ιο

  1. (για ζώα) νεκρός
  2. (μεταφορικά) πολύ κουρασμένος
    γύρισα από τη δουλειά ψόφιος
  3. (μεταφορικά) για άνθρωπο ή κατάσταση χωρίς ζωντάνια και ενεργητικότητα, άρα και χωρίς ενδιαφέρον
    πολύ ψόφια τα πράγματα σήμερα

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κάνω τον ψόφιο κοριό: από φόβο ή αδιαφορία προσποιούμαι ότι δεν με απασχολεί κάτι που γίνεται ή λέγεται και με αφορά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]