ψοφίμι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ψοφίμι ψοφίμια
γενική ψοφιμιού ψοφιμιών
αιτιατική ψοφίμι ψοφίμια
κλητική ψοφίμι ψοφίμια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ψοφίμι < ψοφίμιο < ψοφιμαίον < αρχαία ελληνική ψοφῶ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /psɔ.ˈfi.mi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ψοφίμι ουδέτερο

  1. πτώμα ζώου, νεκρό ζώο που έμεινε άταφο
  2. (μεταφορικά) πολύ αδυνατισμένος άνθρωπος, χωρίς ζωντάνια
  3. (μεταφορικά-μειωτικά) ο δειλός άνθρωπος

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]