μακροσκοπικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μακροσκοπικός μακροσκοπική μακροσκοπικό
γενική μακροσκοπικού μακροσκοπικής μακροσκοπικού
αιτιατική μακροσκοπικό μακροσκοπική μακροσκοπικό
κλητική μακροσκοπικέ μακροσκοπική μακροσκοπικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μακροσκοπικοί μακροσκοπικές μακροσκοπικά
γενική μακροσκοπικών μακροσκοπικών μακροσκοπικών
αιτιατική μακροσκοπικούς μακροσκοπικές μακροσκοπικά
κλητική μακροσκοπικοί μακροσκοπικές μακροσκοπικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μακροσκοπικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική macroscopique < μακρός + σκοπέω, -ῶ

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μακροσκοπικός

  • για παρατήρηση, εξέταση, έλεγχο κ.λπ. ενός αντικειμένου από μακριά, με γυμνό μάτι

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]