μαργαριτοφόρος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαργαριτοφόρος < μεσαιωνική ελληνική μαργαριτοφόρος <ελληνιστική κοινή μαργαρίτης + φέρω
Pinctada margaritifera

Επίθετο[επεξεργασία]

μαργαριτοφόρος,ο (σε χρήση κυρίως το ουδέτερο)

  • για όστρακα που μπορούν να παράγουν ή ήδη φέρουν μαργαριτάρι, κυρίως για το είδος Pinctada margaritifera
Από όλα τα κογχύλια το αξιολογώτατον είναι ο μαργαριτοφόρος κόγχος (Δημήτριος Δάρβαρις, 1801)


Μεταφράσεις[επεξεργασία]