ματωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ματωμένος ματωμένη ματωμένο
γενική ματωμένου ματωμένης ματωμένου
αιτιατική ματωμένο ματωμένη ματωμένο
κλητική ματωμένε ματωμένη ματωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ματωμένοι ματωμένες ματωμένα
γενική ματωμένων ματωμένων ματωμένων
αιτιατική ματωμένους ματωμένες ματωμένα
κλητική ματωμένοι ματωμένες ματωμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ματωμένος παθητική μετοχή του ρήματος ματώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

ματωμένος -η -ο

  1. γεμάτος αίματα ή αιματοχυσία
    ματωμένο μαντίλι, ματωμένος γάμος

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]