μεταλλίκι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | μεταλλίκι | τα | μεταλλίκια |
| γενική | — | — | ||
| αιτιατική | το | μεταλλίκι | τα | μεταλλίκια |
| κλητική | μεταλλίκι | μεταλλίκια | ||
| Η κατάληξη του πληθυντικού -ια προφέρεται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «παιδάκι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μεταλλίκι < τουρκική metalik < γαλλική métallique < αρχαία ελληνική μεταλλικός (αντιδάνειο)
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /me.taˈli.ci/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : με‐ταλ‐λί‐κι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]μεταλλίκι ουδέτερο
- (λαϊκό) το κέρμα, το νόμισμα
- ※ Σκῶμμα λεγόμενον εἰς τοὺς Πυργούσους , ἐπειδὴ ἡ εἰκὼν 14 Πυργούσων ὑπάρχει ἐπὶ ἐξωφύλλου φυλλαδίου σιγαροχάρτου τιμωμένου ἕνα μεταλλίκι (Λαογραφία, τόμος 4, Ελληνική Λαογραφική Εταιρεία, 1913, σελ 488)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μεταλλίκι
|
→ δείτε τη λέξη νόμισμα |
Πηγές
[επεξεργασία]- Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. (Αʹ έκδοση: 1998)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'παιδάκι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική ενικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα τουρκικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Αντιδάνεια (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λαϊκοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)