μηδισμένος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- μηδισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου μηδίζω
Μετοχή
[επεξεργασία]μηδισμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη μηδίζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] μηδισμένος
|
|